Μετάφραση του "Substantial" σε Ελληνικά

Οι Ουσιαστικός, σημαντικός, ουσιώδης, ουσιαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Substantial" σε Ελληνικά.

Substantial
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Ουσιαστικός, σημαντικός

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Substantial " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

substantial adjective noun γραμματική

Belonging to substance; actually existing; real; as, substantial life. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ουσιώδης

    noun adjective masculine masculine, feminine

    corporeal [..]

    There is substantial potential for further convergence towards lower prices in several product categories.

    Υπάρχει ουσιώδης δυνατότητα περαιτέρω σύγκλισης προς χαμηλότερες τιμές σε αρκετές κατηγορίες προϊόντων.

  • ουσιαστικός

    noun masculine

    essential

    This is not to say that substantial coordination will necessarily occur.

    Τούτο δεν σημαίνει ότι θα εκδηλωθεί κατ' ανάγκη ουσιαστικός συντονισμός.

  • μεγάλος

    adjective

    Historically, a substantial part has been affected by difficult political and economic circumstances as well as conflict.

    Ιστορικά, ένα μεγάλος μέρος της περιφέρειας έχει επηρεαστεί από δύσκολές πολιτικές και οικονομικές συγκυρίες καθώς και από συγκρούσεις.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σπουδαίος
    • αιθέριος
    • σημαντικός
    • πολύ
    • χορταστικός
    • υπαρκτός
    • ανθεκτικός
    • ουσιαστικός, σημαντικός

Φράσεις παρόμοιες με "Substantial" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ουσιαστική διαφορά
  • απόδειξη · βεβαίωση · επαλήθευση · επιβεβαίωση
  • ουσιωδώς
  • σημαντική πρόοδος
  • αιτιολογώ · αποδεικνύω · βεβαιώνω · εκπληρώνω · επιβεβαιώνω · πραγματοποιώ · στηρίζω · στοιχειοθετώ · τεκμηριώνω · υλοποιώ · υποστασιοποιώ
  • απόδειξη · βεβαίωση · επαλήθευση · επιβεβαίωση
  • απόδειξη · βεβαίωση · επαλήθευση · επιβεβαίωση
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Substantial" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη