Μετάφραση του "acclivity" σε Ελληνικά

Οι κλίση, ανάβαση, ανηφόρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "acclivity" σε Ελληνικά.

acclivity noun γραμματική

A slope or inclination of the earth, as the side of a hill, considered as ascending, in opposition to declivity, or descending; an upward slope; ascent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κλίση

    noun feminine
  • ανάβαση

    noun
  • ανηφόρα

    noun feminine
  • ανωφέρεια

    Noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " acclivity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "acclivity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη