Μετάφραση του "adjudicator" σε Ελληνικά
Οι διαιτητής, δικαστής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjudicator" σε Ελληνικά.
adjudicator
noun
γραμματική
One, especially a man or boy, who adjudicates; compare: adjudicatrix. [..]
-
διαιτητής
noun -
δικαστής
noun masculineMoreover, the Community judicature has not hitherto adjudicated upon the existence of an `environmental legal interest'.
Εξάλλου, ο κοινοτικός δικαστής δεν έχει αποφανθεί μέχρι σήμερα επί της υπάρξεως «περιβαλλοντικού εννόμου συμφέροντος».
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " adjudicator " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "adjudicator" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δικαστική απόφαση · επιδίκαση
-
αποφαίνομαι
-
αποφαίνομαι · αποφασίζω · δικάζω · επιδικάζω · κρίνω · παρεμβαίνω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη