Μετάφραση του "adjournment" σε Ελληνικά

Οι διακοπή, αναβολή, αναπομπή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjournment" σε Ελληνικά.

adjournment noun γραμματική

The state of being adjourned. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακοπή

    noun feminine

    The Chair shall open, adjourn and close the sessions.

    Ο πρόεδρος κηρύσσει την έναρξη, τη διακοπή και τη λήξη των συνόδων.

  • αναβολή

    noun

    I'd ask for an adjournment while we obtain statements from the relevant officers.

    Θα ζητήσω αναβολή όσο λαμβάνουμε καταθέσεις από τους εμπλεκόμενους αστυνομικούς.

  • αναπομπή

  • αναβολή της συζήτησης

    feminine

    Mr Deprez, on behalf of your group, you asked for the debate to be adjourned.

    Εσείς, κύριε Deprez, εξ ονόματος της ομάδας σας, ζητήσατε την αναβολή της συζήτησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adjournment " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adjournment" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναβάλλω · διακόπτω
  • αναβάλλει τις εργασίες του · αναβάλλω · αναβολή, διακοπή (δικαστήρια) · διακόπτω · λύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adjournment" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη