Μετάφραση του "adjudicate" σε Ελληνικά

Οι επιδικάζω, αποφαίνομαι, κρίνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "adjudicate" σε Ελληνικά.

adjudicate verb γραμματική

To act as a judge. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιδικάζω

    So my billet is to be a judge and adjudicate on various matters as put forth and et cetera.

    Οπότε, η θέση μου, είναι να είμαι δικαστής και να επιδικάζω διάφορα θέματα.

  • αποφαίνομαι

    verb

    Consequently, the Court is unable to adjudicate on this point.

    Κατά συνέπεια, εν προκειμένω το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφανθεί.

  • κρίνω

    verb

    That gave rise to the applications on which the Court is called upon to adjudicate .

    Αυτό υπήρξε η αφορμή για την άσκηση των προσφυγών, τις οποίες καλείστε να κρίνετε .

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αποφασίζω
    • δικάζω
    • παρεμβαίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " adjudicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "adjudicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "adjudicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη