Μετάφραση του "affect" σε Ελληνικά

Οι επηρεάζω, προσβάλλω, προσποιούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affect" σε Ελληνικά.

affect Verb verb noun γραμματική

(transitive) To influence or alter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επηρεάζω

    verb

    to influence or alter

    Globalisation affects people and politics in almost every country.

    Η παγκοσμιοποίηση επηρεάζει ανθρώπους και πολιτική σε όλες σχεδόν τις χώρες.

  • προσβάλλω

    verb

    to infect or harm

    It follows that the contested regulations affect the applicants directly.

    Επομένως, οι προσβαλλόμενοι κανονισμοί αφορούν άμεσα τις προσφεύγουσες.

  • προσποιούμαι

    verb

    to make a false display of

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επιδρώ
    • βλάπτω
    • συγκινώ
    • αίσθηση
    • κάνω
    • θυμικό
    • θίγω
    • επιρροή
    • παριστάνω
    • στοργή
    • δρω
    • επενεργώ
    • καμώνομαι
    • υποκρίνομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " affect " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Affect
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Επηρεάζω

    Globalisation affects people and politics in almost every country.

    Η παγκοσμιοποίηση επηρεάζει ανθρώπους και πολιτική σε όλες σχεδόν τις χώρες.

Φράσεις παρόμοιες με "affect" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • -παθής
  • αγγίζω
  • συναισθηματικότητα
  • Επιτηδευση ... pretentious and designed to impress · ακκισμός · επιτήδευση · νάζι · προσποίηση
  • συναισθηματικός
  • συγκινητικός
  • έρωτας · αίσθημα · αγάπη · ασθένεια · αφοσίωση · πάθηση · στοργή · συγκίνηση · τρυφερότητα
  • επηρεαζόμενες περιοχές · πληγείσες περιοχές
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "affect" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη