Μετάφραση του "affectionate" σε Ελληνικά
Οι στοργικός, τρυφερός, ανιδιοτελής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affectionate" σε Ελληνικά.
affectionate
adjective
verb
γραμματική
Having affection or warm regard; loving; fond; as, an affectionate brother. [..]
-
στοργικός
adjective masculineThe Greek word for “friend” likewise describes one who is affectionate toward another.
Η Ελληνική λέξις που σημαίνει «φίλος» περιγράφει, επίσης, έναν που είναι στοργικός προς τον άλλον.
-
τρυφερός
adjective masculineAt first, she brushes it all off as clumsy but affectionate teasing.
Στην αρχή, εκείνη τα παραβλέπει όλα, θεωρώντας τα άκομψα αλλά τρυφερά πειράγματα.
-
ανιδιοτελής
Adjective
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- θωπευτικός
- φιλόστοργος
- χαϊδευτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " affectionate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "affectionate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
στοργικά
-
αφοσίωση · θερμότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη