Μετάφραση του "affectivity" σε Ελληνικά

Το συναισθηματικότητα είναι η μετάφραση του "affectivity" σε Ελληνικά.

affectivity noun γραμματική

The ability or tendency to experience (positive or negative) feelings, and to react to them. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συναισθηματικότητα

    On the one hand, there is Europe's economic affectivity; on the other, the desire of the Belarusian political elite to consolidate its power.

    Αφενός, υπάρχει η οικονομική συναισθηματικότητα της Ευρώπης· αφετέρου, η επιθυμία της πολιτικής ελίτ της Λευκορωσίας να παγιώσει την εξουσία της.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " affectivity " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "affectivity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • -παθής
  • αγγίζω
  • Επηρεάζω
  • αίσθηση · βλάπτω · δρω · επενεργώ · επηρεάζω · επιδρώ · επιρροή · θίγω · θυμικό · κάνω · καμώνομαι · παριστάνω · προσβάλλω · προσποιούμαι · στοργή · συγκινώ · υποκρίνομαι
  • Επιτηδευση ... pretentious and designed to impress · ακκισμός · επιτήδευση · νάζι · προσποίηση
  • συναισθηματικός
  • συγκινητικός
  • έρωτας · αίσθημα · αγάπη · ασθένεια · αφοσίωση · πάθηση · στοργή · συγκίνηση · τρυφερότητα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "affectivity" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη