Μετάφραση του "affected" σε Ελληνικά

Οι επιτηδευμένος, πληγείς, προσποιητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "affected" σε Ελληνικά.

affected adjective noun verb γραμματική

influenced or changed by something [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επιτηδευμένος

  • πληγείς

    particle

    Given these recent findings it is appropriate to add Shizuoka prefecture to the affected zone.

    Με βάση αυτά τα πρόσφατα ευρήματα, ο νομός Σιζουόκα είναι σκόπιμο να προστεθεί στην πληγείσα περιοχή.

  • προσποιητός

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " affected " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "affected" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • -παθής
  • αγγίζω
  • Επηρεάζω
  • αίσθηση · βλάπτω · δρω · επενεργώ · επηρεάζω · επιδρώ · επιρροή · θίγω · θυμικό · κάνω · καμώνομαι · παριστάνω · προσβάλλω · προσποιούμαι · στοργή · συγκινώ · υποκρίνομαι
  • συναισθηματικότητα
  • Επιτηδευση ... pretentious and designed to impress · ακκισμός · επιτήδευση · νάζι · προσποίηση
  • συναισθηματικός
  • συγκινητικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "affected" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη