Μετάφραση του "assert" σε Ελληνικά

Οι βεβαιώνω, διακηρύσσω, ισχυρίζομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assert" σε Ελληνικά.

assert verb noun γραμματική

(computer science) an assert statement; a section of source code which tests whether an expected condition is true. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βεβαιώνω

    verb

    To say definitely and categorically.

  • διακηρύσσω

    to use or exercise and thereby prove

    Moreover, it asserts that respect for fundamental rights will be at the foundation of all European law.

    Επιπλέον, διακηρύσσει ότι ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων θα αποτελέσει το έρεισμα όλης της ευρωπαϊκής νομοθεσίας.

  • ισχυρίζομαι

    verb

    Many people assert that the milk quotas have lost their economic raison d'etre.

    Πολλοί άνθρωποι ισχυρίζονται ότι οι ποσοστώσεις γάλακτος έχουν χάσει τον οικονομικό λόγο ύπαρξής τους.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διεκδικώ
    • υποστηρίζω
    • διατείνομαι
    • προασπίζομαι
    • επιβεβαιώνω
    • επιβάλλομαι
    • βεβαιώ
    • δηλώνω κατηγορηματικά
    • είμαι κατηγορηματικός ως προς
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assert " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "assert" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Παραδοχή, ισχυρισμός
  • απόφανση · βεβαίωση · διαβεβαίωση · διακήρυξη · διεκδίκηση · ισχυρισμός
  • αποφασιστικός · αυταρχικός · διεκδικητικός · δυναμικός · θετικός · κατηγορηματικός · με αυτοπεποίθηση
  • επιβεβαιώνω
  • αποτυχία διεκδίκησης
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assert" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη