Μετάφραση του "assertive" σε Ελληνικά
Οι δυναμικός, θετικός, αποφασιστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assertive" σε Ελληνικά.
assertive
adjective
γραμματική
boldly self-assured; aggressively confident; cocky [..]
-
δυναμικός
adjectiveInclined to assert oneself.
Well, I hope that you will start to see what you would recognise as assertive leadership.
Ελπίζω ότι θα αρχίσετε να βλέπετε τι θα αναγνωρίζατε ως δυναμική ηγεσία.
-
θετικός
adjectiveI know, if he was a bit more assertive, he'd go far.
Αν ήταν λίγο πιο θετικός, θα έφτανε ψηλά.
-
αποφασιστικός
Adjectiveόχι, δεν είμαι επιθετική, είμαι αποφασιστική.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυταρχικός
- κατηγορηματικός
- με αυτοπεποίθηση
- διεκδικητικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " assertive " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "assertive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Παραδοχή, ισχυρισμός
-
απόφανση · βεβαίωση · διαβεβαίωση · διακήρυξη · διεκδίκηση · ισχυρισμός
-
επιβεβαιώνω
-
αποτυχία διεκδίκησης
-
· βεβαιώ · βεβαιώνω · δηλώνω κατηγορηματικά · διακηρύσσω · διατείνομαι · διεκδικώ · είμαι κατηγορηματικός ως προς · επιβάλλομαι · επιβεβαιώνω · ισχυρίζομαι · προασπίζομαι · υποστηρίζω
-
· βεβαιώ · βεβαιώνω · δηλώνω κατηγορηματικά · διακηρύσσω · διατείνομαι · διεκδικώ · είμαι κατηγορηματικός ως προς · επιβάλλομαι · επιβεβαιώνω · ισχυρίζομαι · προασπίζομαι · υποστηρίζω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη