Μετάφραση του "assertion" σε Ελληνικά

Οι διαβεβαίωση, ισχυρισμός, απόφανση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "assertion" σε Ελληνικά.

assertion noun γραμματική

The act of asserting, or that which is asserted; positive declaration or averment; affirmation; statement asserted; position advanced. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαβεβαίωση

    noun

    So the Presidency assertion that the earlier undertakings continue to apply is baseless.

    Επομένως η διαβεβαίωση της Προεδρίας ότι οι παλαιότερες υποσχέσεις εξακολουθούν να ισχύουν είναι αβάσιμη.

  • ισχυρισμός

    noun masculine

    This assertion is not substantiated by any demonstration or justification.

    Ο ισχυρισμός αυτός δεν τεκμηριώνεται από κανένα αποδεικτικό ή αιτιολογικό στοιχείο.

  • απόφανση

    noun
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διεκδίκηση
    • βεβαίωση
    • διακήρυξη
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " assertion " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Assertion
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Παραδοχή, ισχυρισμός

Φράσεις παρόμοιες με "assertion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποφασιστικός · αυταρχικός · διεκδικητικός · δυναμικός · θετικός · κατηγορηματικός · με αυτοπεποίθηση
  • επιβεβαιώνω
  • αποτυχία διεκδίκησης
  • · βεβαιώ · βεβαιώνω · δηλώνω κατηγορηματικά · διακηρύσσω · διατείνομαι · διεκδικώ · είμαι κατηγορηματικός ως προς · επιβάλλομαι · επιβεβαιώνω · ισχυρίζομαι · προασπίζομαι · υποστηρίζω
  • · βεβαιώ · βεβαιώνω · δηλώνω κατηγορηματικά · διακηρύσσω · διατείνομαι · διεκδικώ · είμαι κατηγορηματικός ως προς · επιβάλλομαι · επιβεβαιώνω · ισχυρίζομαι · προασπίζομαι · υποστηρίζω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "assertion" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη