Μετάφραση του "barefaced" σε Ελληνικά

Οι αναιδής, αδιάντροπος, αμεταμφίεστος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "barefaced" σε Ελληνικά.

barefaced adjective γραμματική

Open, undisguised [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναιδής

    adjective masculine
  • αδιάντροπος

    adjective
  • αμεταμφίεστος

    Adjective
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απροκάλυπτος
    • θρασύς
    • κατάφωρος
    • με ακάλυπτο πρόσωπο
    • ξετσίπωτος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barefaced " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barefaced" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη