Μετάφραση του "barelegged" σε Ελληνικά

Το ακάλτσωτος είναι η μετάφραση του "barelegged" σε Ελληνικά.

barelegged adjective adverb γραμματική

With uncovered legs. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ακάλτσωτος

    Adjective

    having uncovered legs

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " barelegged " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "barelegged" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη