Μετάφραση του "bounded" σε Ελληνικά
Οι οριοθετημένος, περιορισμένος, φραγμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "bounded" σε Ελληνικά.
bounded
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of bound. [..]
-
οριοθετημένος
-
περιορισμένος, φραγμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " bounded " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "bounded" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δεσμευμένο στοιχείο
-
περιοριστική παγίδευση
-
αλματώδης
-
δεσμευμένο μόρφημα
-
δεσμευμένο στοιχείο ελέγχου
-
δεσμευμένα δεδομένα
-
Έχει ηθική υποχρέωση να το κάνει · Είναι ζήτημα τιμής γι’ αυτόν
-
Προμηθεύς Δεσμώτης
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη