Μετάφραση του "cessation" σε Ελληνικά
Οι κατάπαυση, διακοπή, αναστολή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cessation" σε Ελληνικά.
(formal) A ceasing or discontinuance, as of action, whether temporary or final. [..]
-
κατάπαυση
femininea ceasing or discontinuance
If there's a cessation of mortar attacks, and if the Russians leave.
Εάν υπάρξει κατάπαυση επιθέσεων ολμοβόλων και εάν οι Ρώσοι φύγουν.
-
διακοπή
noun femininea ceasing or discontinuance
The information available clearly point to the cessation of the main subsidy scheme.
Οι διαθέσιμες πληροφορίες δηλώνουν σαφώς διακοπή του βασικού συστήματος επιδότησης.
-
αναστολή
noun femininea ceasing or discontinuance
A mechanism is foreseen for phasing out or cessation of discharges, emissions and losses of specific pollutants.
Προβλέπεται μηχανισμός για τον τερματισμό ή την αναστολή των απορρίψεων, εκπομπών και απωλειών συγκεκριμένων ρύπων.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- τερματισμός
- παύση
- σταμάτημα
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " cessation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "cessation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
παύση γεωργικής εκμετάλλευσης
-
παύση δραστηριότητας