Μετάφραση του "cesspit" σε Ελληνικά

Το βόθρος είναι η μετάφραση του "cesspit" σε Ελληνικά.

cesspit noun γραμματική

A cesspool; a pit or covered cistern used to collect sewage and waste water. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόθρος

    noun masculine

    pit for sewage

    Oh, to feel the cobbles under your feet and the old familiar smell of the cesspits.

    Αχ, να νιώθεις τα βότσαλα κάτω απο τα πόδια σου και τις παλιές γνωστές ευωδίες των βόθρων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cesspit " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cesspit" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη