Μετάφραση του "cession" σε Ελληνικά

Οι εκχωρητήριο, εκχώρηση, εγκατάλειψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cession" σε Ελληνικά.

cession noun γραμματική

That which is ceded. Insurance: (part of) a risk which is transferred from one actor to another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εκχωρητήριο

    noun
  • εκχώρηση

    noun

    In the absence of any express provision to that effect, such a cession of control cannot be assumed.

    Ελλείψει ρητής σχετικής διάταξης, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι υπάρχει εκχώρηση παρόμοιων ελεγκτικών εξουσιών.

  • εγκατάλειψη

    noun feminine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cession " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cession" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη