Μετάφραση του "cesspool" σε Ελληνικά

Οι βόθρος, καταβόθρα, λάκκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "cesspool" σε Ελληνικά.

cesspool noun γραμματική

An underground pit where sewage is held. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • βόθρος

    noun masculine

    place for sewage

    Social media, Jethro, is a cesspool of questionable human behavior.

    Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι ένας βόθρος αμφισβητούμενης συμπεριφοράς.

  • καταβόθρα

    feminine

    place for sewage

    That place is a cesspool of communicable diseases.

    Αυτό το μέρος είναι μια καταβόθρα των μεταδοτικών ασθενειών.

  • λάκκος

    masculine

    " This romance of yours is a cesspool of lies. "

    " Αυτό το ρομάντζο σου είναι ένας λάκκος με ψέματα. "

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " cesspool " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "cesspool" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη