Μετάφραση του "colonel" σε Ελληνικά

Οι συνταγματάρχης, σμήναρχος, συνταγματάρχης siˌdaɣmaˈtarçis είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colonel" σε Ελληνικά.

colonel noun γραμματική

A commissioned officer in the army, air force, or marine corps. In U.S. military, it ranks above a lieutenant colonel and below a brigadier general. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνταγματάρχης

    noun masculine m;f masculine;feminine

    commissioned office in the armed services [..]

    The most probable next victim is an army colonel who served at Leavenworth.

    Το πιθανότερο επόμενο θύμα είναι ένας συνταγματάρχης που υπηρέτησε στο Λέβενγουορθ.

  • σμήναρχος

    Noun m;f masculine;feminine

    commissioned office in the armed services [..]

    Colonel Yeager was one of the pioneers in the space program.

    Ο σμήναρχος ήταν απ'τους πρωτοπόρους του διαστημικού προγράμματος.

  • συνταγματάρχης siˌdaɣmaˈtarçis

  • Συνταγματάρχης

    military rank

    Then shot the colonel who came to arrest him.

    Μετά πυροβόλησε τον Συνταγματάρχη που πήγε να τον συλλάβει.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " colonel " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "colonel" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "colonel" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη