Μετάφραση του "colonization" σε Ελληνικά

Οι αποικισμός, αποίκιση, εποικισμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colonization" σε Ελληνικά.

colonization noun γραμματική

The process of establishing a colony. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποικισμός

    noun masculine

    process of establishing a colony [..]

    Their epic colonization has proved to be one of the kindest the world has ever known.

    Ο επικός αποικισμός τους υπήρξε ένας από τους ευγενέστερους που έλαβαν χώρα ποτέ στον κόσμο.

  • αποίκιση

    Noun

    They know that when the aliens learn of Cassandra, colonization will begin.

    Ξέρουν πως όταν οι εξωγήινοι μάθουν γι'αυτήν, θ'αρχίσουν την αποίκιση.

  • εποικισμός

    noun

    1

  • αποίκηση

    Noun feminine

    Collaboration has allowed you to prepare to stall colonization.

    Η συνεργασία επέτρεψε να ετοιμαστείτε, να καθυστερήσετε την αποίκηση.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " colonization " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "colonization" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποικισμός του διαστήματος
  • κατιόν κόλον
  • πλεονάζον παχύ έντερο
  • άνω και κάτω τελεία · δίστιγμο · διπλή τελεία · επεξηγηματικά · κόλον
  • ανερχόμενο κόλον · ανιόν κόλον
  • Άνω-κάτω τελεία
  • άποικος
  • άνω τελεία
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "colonization" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη