Μετάφραση του "colonise" σε Ελληνικά
Οι αποικίσει, αποικώ, αποικίζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colonise" σε Ελληνικά.
colonise
verb
γραμματική
(transitive) To settle (somewhere) with colonists. [..]
-
αποικίσει
to begin a new colony
The Federation has since colonised several planets nearby.
Η Ομοσπονδία έχει αποικίσει από τότε διάφορους πλανήτες κοντά.
-
αποικώ
verbSaint-Marie was colonised by the French, who lost it to the British, who lost it to the Dutch.
Το νησί Σεντ Μαρί αποικήθηκε από τους Γάλλους, που το χάσανε από τους Βρετανούς, Που το χάσανε από τους Ολλανδούς.
-
αποικίζω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " colonise " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "colonise" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποικισμός
-
αποικισμός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη