Μετάφραση του "colonisation" σε Ελληνικά
Το αποικισμός είναι η μετάφραση του "colonisation" σε Ελληνικά.
colonisation
noun
γραμματική
Alternative spelling of colonization. [..]
-
αποικισμός
noun masculineThe successful invasion of a new habitat by a species.
Fear characterised the conquest, and indignation characterised colonisation.
Χαρακτηριστικό της κατάκτησης υπήρξε ο φόβος, και ο αποικισμός είχε χαρακτηριστικό τον αποτροπιασμό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " colonisation " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη