Μετάφραση του "colonize" σε Ελληνικά
Οι αποικίζω, αποικίσει, αποικώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "colonize" σε Ελληνικά.
colonize
verb
γραμματική
(American) Alternative spelling of colonise. [..]
-
αποικίζω
verb -
αποικίσει
Your husband appears intent on colonizing the sky, Mrs. Royal.
Ο άντρας σας φαίνεται αποφασισμένος να αποικίσει τον ουρανό, κα Ρόγιαλ.
-
αποικώ
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " colonize " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "colonize" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αποικισμός του διαστήματος
-
κατιόν κόλον
-
πλεονάζον παχύ έντερο
-
άνω και κάτω τελεία · δίστιγμο · διπλή τελεία · επεξηγηματικά · κόλον
-
ανερχόμενο κόλον · ανιόν κόλον
-
αποίκηση · αποίκιση · αποικισμός · εποικισμός
-
Άνω-κάτω τελεία
-
άποικος
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη