Μετάφραση του "compulsory" σε Ελληνικά
Οι υποχρεωτικός, αναγκαστικός, εξαναγκαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "compulsory" σε Ελληνικά.
Required; obligatory; mandatory [..]
-
υποχρεωτικός
adjective masculinemandatory
compulsory voting υποχρεωτική ψήφος
-
αναγκαστικός
adjectiveThe compulsory limitation or reduction of the company’s share of the relevant market represents a compensatory factor in favour of its competitors.
Ο αναγκαστικός περιορισμός ή η μείωση του μεριδίου αγοράς της εταιρείας στη σχετική αγορά αποτελούν αντισταθμιστικό παράγοντα υπέρ των ανταγωνιστών της.
-
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αναγκαστικά
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " compulsory " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
-
Υποχρεωτικός
Compulsory check of general knowledge on the following additional provisions concerning categories C, CE, D and DE
Υποχρεωτικός έλεγχος γενικών γνώσεων στις ακόλουθες πρόσθετες διατάξεις σχετικά με τις κατηγορίες C, CΕ, D, και DΕ
Φράσεις παρόμοιες με "compulsory" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υποχρεωτική ψήφος
-
υποχρεωτική χρήση
-
αναγκαστική αποταμίευση
-
απαλλοτρίωση
-
υποχρεωτική ασφάλιση
-
μη υποχρεωτική δαπάνη
-
υποχρεωτική εκπαίδευση
-
υποχρεωτική δαπάνη