Μετάφραση του "confound" σε Ελληνικά

Οι μπερδεύω, συγχέω, ταράσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "confound" σε Ελληνικά.

confound verb noun γραμματική

To confuse; to mix up; to puzzle. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • μπερδεύω

    verb

    ever since I was little, I've learned to confound people's ideas on what's going on in my head.

    Από μικρός, έχω μάθει να μπερδεύω τους άλλους, για το τι έχω στο κεφάλι μου.

  • συγχέω

    verb

    These two aspects are complementary but should not be confounded.

    Αυτές οι δύο πτυχές είναι συμπληρωματικές αλλά δεν πρέπει να συγχέονται.

  • ταράσσω

    verb
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγχύζω
    • ανακατώνω
    • αναστατώνω
    • οδηγώ σε σύγχυση
    • προκαλώ σύγχυση
    • φέρνω σε αμηχανία
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " confound " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "confound" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αναπάντητος · λαβυρινθώδης · μυστήριος · πολύπλοκος
  • καταραμένος
  • μπερδεύω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "confound" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη