Μετάφραση του "conscript" σε Ελληνικά
Οι νεοσύλλεκτος, κληρωτός, στρατολογώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "conscript" σε Ελληνικά.
conscript
adjective
verb
noun
γραμματική
One who is compulsorily enrolled, often into a military service; a draftee. [..]
-
νεοσύλλεκτος
masculineIn Mitidja, young conscripts protect the fields so peasants can work,
Στην Mitidja, νεοσύλλεκτοι φρουρούν τα χωράφια έτσι ώστε οι χωρικοί να μπορούν να δουλεύουν.
-
κληρωτός
masculineMost of your boys are conscripts, aren't they?
Περισσότερα από τα αγόρια σας είναι κληρωτοί, δεν είναι;
-
στρατολογώ
verbWell, I have the right to conscript slaves anytime I want.
Μπορώ να στρατολογώ δούλους όποτε θέλω.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " conscript " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "conscript" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Η θητεία στην Ελλάδα
-
Στρατιωτική θητεία
-
επιστράτευση · στράτευση · στρατολογία · στρατολόγηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη