Μετάφραση του "consecutive" σε Ελληνικά

Οι διαδοχικός, συναπτός, συνεχής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "consecutive" σε Ελληνικά.

consecutive adjective noun adverb γραμματική

following, in succession, without interruption [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαδοχικός

    adjective

    An example of this is with two tons of grain sold in two consecutive years.

    Για παράδειγμα, δύο τόνοι δημητριακών που πωλούνται σε δύο διαδοχικά έτη.

  • συναπτός

    adjective masculine

    Green harvesting shall not be applied on the same parcel for two consecutive years.

    Πρώιμος τρύγος δεν εφαρμόζεται στο ίδιο αγροτεμάχιο επί δύο συναπτά έτη.

  • συνεχής

    adjective

    Similarly, sectors that do not meet the criteria during three consecutive years will be readmitted.

    Κατά τον ίδιο τρόπο, οι τομείς που δεν θα πληρούν τα κριτήρια επί τρία συνεχή έτη θα επανεντάσσονται.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συνεχόμενος
    • αλλεπάλληλος
    • απανωτός
    • διαδοχικός, συναπτός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consecutive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consecutive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consecutive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη