Μετάφραση του "consecutively" σε Ελληνικά

Το διαδοχικά είναι η μετάφραση του "consecutively" σε Ελληνικά.

consecutively adverb γραμματική

in a consecutive manner; without interruption [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαδοχικά

    Reference data are listed consecutively for each seating position.

    Τα δεδομένα αναφοράς καταγράφονται σε πίνακα διαδοχικά για κάθε θέση καθημένου.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consecutively " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consecutively" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consecutively" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη