Μετάφραση του "Consent" σε Ελληνικά
Οι Συγκατάθεση, συναίνεση, συναινώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Consent" σε Ελληνικά.
-
Συγκατάθεση
When Silence Gives Consent
Όταν η Σιωπή Σημαίνει Συγκατάθεση
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " Consent " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
(intransitive) To express willingness, to give permission. [..]
-
συναίνεση
noun femininevoluntary agreement
The above period may be extended further by the parties by mutual consent.
Η εν λόγω χρονική περίοδος μπορεί να παραταθεί εκ νέου με κοινή συναίνεση των μερών.
-
συναινώ
verbto express willingness
However, the verb ‘to consent’ (‘einwilligen’ in German) implies a previous request.
Όμως το ρήμα «συναινώ» («einwilligen» στη γερμανική) προϋποθέτει προηγούμενο αίτημα.
-
συγκατάθεση
nounOther sources of capital may be added to the financial structure with the consent of the Guarantor.
Άλλες πηγές κεφαλαίων μπορεί να προστεθούν στον μηχανισμό χρηματοδότησης με τη συγκατάθεση του εγγυητή.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- δέχομαι
- στέργω
- αποδέχομαι
- εντάξει
- συγκατατίθεμαι
- σύμφωνοι
Φράσεις παρόμοιες με "Consent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
συναίνεση ύστερα από ενημέρωση
-
συγκατάθεση για πρόσθετη χρήση
-
συγκατατιθέμενοι ενήλικες · συναινούντες ενήλικες
-
συναινώ
-
προτροπή για συγκατάθεση
-
διαδικασία έγκρισης
-
συναινώ