Μετάφραση του "consensual" σε Ελληνικά

Το συναινετικός είναι η μετάφραση του "consensual" σε Ελληνικά.

consensual adjective γραμματική

With permission, with consensus, without coercion. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συναινετικός

    adjective feminine

    With consensus [..]

    ‘consensual settlement’ means an agreement reached through consensual dispute resolution.

    «συναινετικός διακανονισμός», συμφωνία η οποία επιτυγχάνεται μέσω διαδικασίας συναινετικής επίλυσης διαφορών,

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " consensual " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "consensual" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • διιστάμενες απόψεις · οι γνώμες διχάζονται
  • · κοινή συναίνεση · ομογνωμία · ομοφωνία · ομοψυχία · ομόνοια · συμφωνία · συναίνεση · συναντίληψη · σύμπνοια · ταύτιση απόψεων
  • δεν υπάρχει ομοφωνία για
  • καταλήγω σε συμβιβασμό · πετυχαίνω συναίνεση
  • συναινετικά
  • επικρατούσα άποψη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "consensual" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη