Μετάφραση του "constitutionality" σε Ελληνικά

Το συνταγματικότητα είναι η μετάφραση του "constitutionality" σε Ελληνικά.

constitutionality noun γραμματική

(law) The status of being constitutional; of being in accord with the provisions of the appropriate constitution [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • συνταγματικότητα

    Noun

    A court case challenging the constitutionality of this surveillance program was recently denied.

    Πρόσφατα έκλεισε μια δικαστική υπόθεση που αμφισβητούσε τη συνταγματικότητα του προγράμματος παρακολούθησης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constitutionality " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "constitutionality" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constitutionality" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη