Μετάφραση του "constraint" σε Ελληνικά

Οι περιορισμός, εξαναγκασμός, βία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constraint" σε Ελληνικά.

constraint noun γραμματική

Something that constrains. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμός

    noun masculine

    A nonfunctional requirement that places a limit or dictates a limited range of possibilities.

    I would see you freed from such human constraints.

    Θα ήθελα να σας δω απαλλαγμένους από αυτούς τους ανθρώπινους περιορισμούς.

  • εξαναγκασμός

    In the shorter term, it is possible to avoid this constraint.

    Πιο βραχυπρόθεσμα, υπάρχει τρόπος να παρακαμφθεί ο εξαναγκασμός αυτός.

  • βία

    noun feminine
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αμηχανία
    • φραγμός
    • ανάγκη
    • συγκράτηση
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constraint " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Constraint
+ Προσθήκη

"Constraint" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Constraint στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "constraint" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constraint" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη