Μετάφραση του "constrained" σε Ελληνικά

Οι αναγκασμένος, αφύσικος, βεβιασμένος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constrained" σε Ελληνικά.

constrained adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of constrain. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναγκασμένος

    Please do not feel constrained to accept it.

    Μη νιώθετε αναγκασμένος να τη δεχτείτε.

  • αφύσικος

    adjective masculine
  • βεβιασμένος

    Oh, Sam, you have such a constrained view of me.

    Ω Σαμ! έχεις τόσο βεβιασμένη άποψη για μένα.

  • περιορισμένος

    adjective masculine

    The problem with this is they were constrained with samples.

    Το πρόβλημα με αυτές τις μελέτες είναι ο περιορισμένος αριθμός δειγμάτων.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " constrained " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "constrained" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • Περιορίζω, αναγκάζω
  • περιορισμένο πεδίο
  • περιορίζω
  • αναγκάζω · εξαναγκάζω · περιορισμός · συγκρατώ · υποχρεώνω · χαλιναγωγώ
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "constrained" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη