Μετάφραση του "Constrain" σε Ελληνικά

Οι Περιορίζω, αναγκάζω, περιορισμός, αναγκάζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "Constrain" σε Ελληνικά.

Constrain
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Περιορίζω, αναγκάζω

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " Constrain " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

constrain verb γραμματική

(transitive) to force physically, by strong persuasion or pressurizing; to compel; to oblige [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιορισμός

    noun

    We did not support those amendments which aimed to constrain quota increases.

    Δεν υποστηρίξαμε εκείνες τις τροπολογίες που αποσκοπούσαν στον περιορισμό των αυξήσεων των ποσοστώσεων.

  • αναγκάζω

    verb

    – the formal grievance which she lodged against her ill treatment was not dealt with properly and she felt constrained to withdraw it;

    – η διοικητική ένσταση που υπέβαλε η προσφεύγουσα λόγω της κακής μεταχειρίσεως της οποίας έτυχε δεν εξετάστηκε προσηκόντως και αναγκάστηκε να την αποσύρει·

  • υποχρεώνω

    verb

    The guide constrains the scraper blade to move between the lower rim of the filling ring and the upper rim of the capacity measure.

    Η διάταξη κατευθύνσεως υποχρεώνει το μαχαίρι αποξέσεως να κινείται μεταξύ του κάτω χείλους του κρίκου και του άνω χείλους του μετρητή χωρητικότητας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • συγκρατώ
    • χαλιναγωγώ
    • εξαναγκάζω

Φράσεις παρόμοιες με "Constrain" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περιορισμένο πεδίο
  • περιορίζω
  • αναγκασμένος · αφύσικος · βεβιασμένος · περιορισμένος
  • αναγκασμένος · αφύσικος · βεβιασμένος · περιορισμένος
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "Constrain" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη