Μετάφραση του "constrict" σε Ελληνικά
Οι σφίγγω, περιορίζω, στενεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "constrict" σε Ελληνικά.
constrict
verb
γραμματική
To narrow, especially by applying pressure. [..]
-
σφίγγω
verbThe heart constricts at the thought.
Η καρδιά μου σφίγγεται όταν το σκέφτομαι.
-
περιορίζω
verbThat, combined with the constricted lung capacity, caused her death.
Σε συνδυασμό με την περιορισμένη πνευμονική ικανότητα, επέφερε το θάνατο.
-
στενεύω
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- συμπιέζω
- αναστέλλω
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " constrict " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "constrict" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμός · σύσφιγξη
-
συνθλιπτικός
-
περιστέλλω
-
Συστολή στις κόρες των ματιών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη