Μετάφραση του "crawler" σε Ελληνικά

Οι ερπετό, τρακτέρ, ερπυστριοφόρο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "crawler" σε Ελληνικά.

crawler noun γραμματική

(Australian) A person who is abused, physically or verbally, and returns to the abuser a supplicant. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ερπετό

    noun neuter

    Someone is going to pay me a lot of money for that creepy crawler.

    Κάποιος θα με πληρώσει καλά, γι'αυτό το ανατριχιαστικό ερπετό.

  • τρακτέρ

    noun neuter
  • ερπυστριοφόρο

    A self-propelled wheeled or crawler machine used to exert a push or pull force through mounted equipment.

    Το αυτοπροωθούμενο τροχοφόρο ή ερπυστριοφόρο μηχάνημα που χρησιμοποιείται για να ασκεί ωστική ή ελκτική δύναμη μέσω προσαρμοσμένου εξοπλισμού.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αλυσίδα ερπύστριας
    • δουλοπρεπής
    • κολυμβητής του κρόουλ
    • συκοφάντης
    • τσανακογλείφτης
    • χαμερπής
    • γλείφτης
    • σκουλήκι ψαρέματος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " crawler " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "crawler"

Φράσεις παρόμοιες με "crawler" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • πρόγραμμα ανίχνευσης του Web
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "crawler" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη