Μετάφραση του "decree" σε Ελληνικά
Οι διάταγμα, απόφαση, ψήφισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "decree" σε Ελληνικά.
An edict or law. [..]
-
διάταγμα
noun neuterA declaration of the court announcing the legal consequences of the facts found.
For each year and livestock head, the decree fixes the value of the gross saleable production.
Το διάταγμα καθορίζει την αξία της μεικτής εμπορεύσιμης παραγωγής για κάθε ζώο και για κάθε έτος.
-
απόφαση
noun feminineA declaration of the court announcing the legal consequences of the facts found.
This resumption has been achieved by means of a municipal decree.
Η πράξη με την οποία έγινε η επαναφορά αυτή συνιστά δημοτική απόφαση.
-
ψήφισμα
nounThe national President of Unicef has also firmly rejected the substance of this decree.
Ο πρόεδρος της Unicef στην Ιταλία, επίσης, απέρριψε σθεναρά την ουσία αυτού του ψηφίσματος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- διατάσσω
- απόφαση δικαστηρίου
- θεσπίζω
- διατάζω
- θέσφατο
- δικαστική εντολή
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " decree " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Εικόνες με "decree"
Φράσεις παρόμοιες με "decree" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
υπουργική απόφαση
-
καθορισμένος
-
διαζευκτήριο
-
αυτοκρατορικό διάταγμα
-
προεδρικό διάταγμα