Μετάφραση του "depend" σε Ελληνικά
Οι εξαρτώμαι, βασίζομαι, συντηρούμαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "depend" σε Ελληνικά.
depend
verb
γραμματική
(now literary) To hang down; to be sustained by being fastened or attached to something above. [..]
-
εξαρτώμαι
verbI should be more dependant than ever upon you, my neighbours.
Θα εξαρτώμαι περισσότερο από ότι πριν από σας, από τους γειτόνους μου.
-
βασίζομαι
verbMy operation depends on specifications that do not change.
Η σωματική διάπλαση στην οποία βασίζομαι δεν αλλάζει.
-
συντηρούμαι
verb -
στηρίζομαι
verbAs to fortune, a young woman might depend upon herself.
Κι όσο για την περιουσία, μια νέα γυναίκα ίσως μπορεί να στηριχθεί στον εαυτό της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " depend " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "depend" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξιοπιστία · βεβαιότητα, ασφάλεια λειτουργίας
-
Διεπαφή εξαρτώμενη από το μέσο
-
εξαρτώμενος υπολογιστής-πελάτης
-
δευτερεύουσα πρόταση
-
εξάρτηση
-
Εξαρτάται
-
εξωτερική εξάρτηση
-
μετόχι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη