Μετάφραση του "dependence" σε Ελληνικά

Οι εξάρτηση, εθισμός, εμπιστοσύνη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dependence" σε Ελληνικά.

dependence noun γραμματική

The state of being dependent, of relying upon another. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εξάρτηση

    noun feminine

    state of being dependent [..]

    The Commission concluded that retailers would become dependent on the new entity for essential brands.

    Η Επιτροπή κατέληξε στο συμπέρασμα ότι οι λιανοπωλητές θα αποκτούσαν εξάρτηση από το νέο φορέα για ισχυρά σήματα.

  • εθισμός

    noun masculine

    irresistible need

  • εμπιστοσύνη

    noun feminine

    But it depends entirely on mutual trust and confidence.

    Κάτι που εξαρτάται όμως εξολοκλήρου, απ'την αμοιβαία εμπιστοσύνη.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dependence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dependence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dependence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη