Μετάφραση του "dependant" σε Ελληνικά
Οι εξαρτώμενος, συντηρούμενο, προστατευόμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dependant" σε Ελληνικά.
dependant
adjective
noun
γραμματική
Obsolete spelling of dependent. [..]
-
εξαρτώμενος
He's acting on instinct depending on sensations working faster than we can think.
Αντιδράει με τον ένστικτό του εξαρτώμενος από αισθήσεις που δουλεύουν γρηγορότερα, απ'ό, τι σκεφτόμαστε.
-
συντηρούμενο
A child shall not be considered a dependant of the staff member
Δεν θεωρείται ως συντηρούμενο από τον υπάλληλο το τέκνο
-
προστατευόμενος
particleHe's not listed as a dependant on his father's tax returns.
Δεν καταγράφεται ως προστατευόμενος από τον πατέρα.
-
οικογενειακό βάρος
noun neuter
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dependant " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dependant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
αξιοπιστία · βεβαιότητα, ασφάλεια λειτουργίας
-
Διεπαφή εξαρτώμενη από το μέσο
-
εξαρτώμενος υπολογιστής-πελάτης
-
δευτερεύουσα πρόταση
-
εξάρτηση
-
Εξαρτάται
-
εξωτερική εξάρτηση
-
μετόχι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη