Μετάφραση του "devote" σε Ελληνικά

Οι αφιερώνω, αφοσιώνομαι, αφιερώνομαι είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devote" σε Ελληνικά.

devote adjective verb γραμματική

To give one's time, focus one's efforts, commit oneself, etc. entirely for, on, or to a certain matter. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αφιερώνω

    verb

    to commit oneself for a certain matter

    My whole life had been devoted to creating these complex machines.

    Όλη η ζωή μου είχε αφιερωθεί για τη δημιουργία αυτών των πολύπλοκων μηχανημάτων.

  • αφοσιώνομαι

    Verb

    Or he will be devoted to one and despise the other!

    ́ Η θα αφοσιωθεί στον έναν και θα περιφρονήσει τον άλλον!

  • αφιερώνομαι

    With all the free time, I'm no longer devoting to onanism...

    Με όλον αυτόν τον ελεύθερο χρόνο, δεν αφιερώνομαι πλέον στον αυνανισμό...

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αφοσιώνω
    • θυσιάζομαι
    • αφιερωμένος
    • δίνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " devote " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "devote" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ευλαβής · ευσεβής · θεοφοβούμενος · θρήσκος
  • αυτοσυγκέντρωση · αφιέρωση · αφοσίωση · ευλάβεια · ευσέβεια · λατρεία · συγκέντρωση
  • αφιερώνω
  • αποδύομαι
  • προορίζεται για
  • αφοσιωμένος · πιστός
  • θρησκευτική κατάνυξη
  • λατρεία · λατρευτικά έθιμα · προσευχές
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "devote" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη