Μετάφραση του "devoted" σε Ελληνικά
Οι αφοσιωμένος, πιστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devoted" σε Ελληνικά.
devoted
adjective
verb
γραμματική
Vowed; dedicated; consecrated. [..]
-
αφοσιωμένος
adjective masculineI fear I've been too devoted to business these past few years.
Φοβάμαι ότι υπήρξα πολύ αφοσιωμένος στις επιχειρήσεις μου αυτά τα τελευταία χρόνια.
-
πιστός
adjective masculineRoman thinking could not conceive of a religion that demanded exclusive devotion from its adherents.
Η ρωμαϊκή νοοτροπία δεν μπορούσε να κατανοήσει μια θρησκεία που απαιτούσε αποκλειστική αφοσίωση από τους πιστούς της.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " devoted " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "devoted" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευλαβής · ευσεβής · θεοφοβούμενος · θρήσκος
-
αφιερωμένος · αφιερώνομαι · αφιερώνω · αφοσιώνομαι · αφοσιώνω · δίνω · θυσιάζομαι
-
αυτοσυγκέντρωση · αφιέρωση · αφοσίωση · ευλάβεια · ευσέβεια · λατρεία · συγκέντρωση
-
αφιερώνω
-
αποδύομαι
-
προορίζεται για
-
θρησκευτική κατάνυξη
-
λατρεία · λατρευτικά έθιμα · προσευχές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη