Μετάφραση του "dignified" σε Ελληνικά

Το αξιοπρεπής είναι η μετάφραση του "dignified" σε Ελληνικά.

dignified adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of dignify. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αξιοπρεπής

    adjective masculine

    How vital, then, that it be kept dignified and uplifting!

    Πόσο ζωτικό είναι, λοιπόν, να διατηρηθή η συνομιλία αξιοπρεπής και ανυψωτική!

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dignified " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dignified" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dignified" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη