Μετάφραση του "disputable" σε Ελληνικά
Οι συζητήσιμος, αμφισβητήσιμος, διαβλητός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disputable" σε Ελληνικά.
disputable
adjective
γραμματική
Of opinions, propositions or questions, subject to dispute; not settled. [..]
-
συζητήσιμος
adjective -
αμφισβητήσιμος
adjective masculine(336) Lastly, Michelin's statement of the facts is itself extremely disputable.
(336) Τέλος, ο ίδιος ο ισχυρισμός της Michelin είναι ιδιαίτερα αμφισβητήσιμος.
-
διαβλητός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disputable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disputable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εδαφική διαφορά
-
αντιλογία · αντιπαράθεση · διαφωνία · λογομαχία · συζήτηση · φιλονικία
-
αμφίβολος · αμφισβητούμενος · διαφιλονικούμενος · διεκδικούμενος
-
συμβιβάζω διαφορές
-
εμπορική διαφορά
-
εργασιακή σύγκρουση
-
αμφισβητώντας
-
αμφισβητών · συζητητής
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη