Μετάφραση του "disputant" σε Ελληνικά

Οι αμφισβητών, συζητητής είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disputant" σε Ελληνικά.

disputant adjective noun γραμματική

A participant in a dispute. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αμφισβητών

    noun

    75 The plea raised by the Commission must therefore be understood to dispute that obligation as so defined.

    75 Επομένως, ο λόγος που προβάλλει η Επιτροπή πρέπει να γίνει κατανοητός ως αμφισβητών μια τέτοια, κατ' αυτόν τον τρόπο περιορισμένη, υποχρέωση.

  • συζητητής

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disputant " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "disputant" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • εδαφική διαφορά
  • αντιλογία · αντιπαράθεση · διαφωνία · λογομαχία · συζήτηση · φιλονικία
  • αμφίβολος · αμφισβητούμενος · διαφιλονικούμενος · διεκδικούμενος
  • συμβιβάζω διαφορές
  • εμπορική διαφορά
  • αμφισβητήσιμος · διαβλητός · συζητήσιμος
  • εργασιακή σύγκρουση
  • αμφισβητώντας
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disputant" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη