Μετάφραση του "engraft" σε Ελληνικά

Οι εμβολιάζω, ενοφθαλμίζω, φυτεύω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "engraft" σε Ελληνικά.

engraft adjective verb γραμματική

To insert, as a scion of one tree or plant into another, for the purpose of propagation; graft onto a plant [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • εμβολιάζω

    Verb verb
  • ενοφθαλμίζω

    verb
  • φυτεύω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " engraft " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "engraft" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη