Μετάφραση του "exigent" σε Ελληνικά

Οι επείγων, απαιτητικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exigent" σε Ελληνικά.

exigent adjective noun γραμματική

Urgent; needing immediate action. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • επείγων

    adjective

    I don't know what you call a murderer on the loose, ma'am, but I call that extremely exigent.

    Δεν ξέρω πώς θα ονομάζατε έναν δολοφόνο που κυκλοφορεί ελεύθερα, κυρία μου αλλά εγώ το λέω εξαιρετικά επείγον.

  • απαιτητικός

    adjective

    I just heard from the exigent supervisor.

    Κατά φωνή κι ο απαιτητικός επόπτης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exigent " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exigent" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • An urgent need or demand ... exigency
  • έκτακτη ανάγκη · ανάγκη · απαίτηση
  • απαιτητός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exigent" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη