Μετάφραση του "exist" σε Ελληνικά

Οι υπάρχω, υφίσταμαι, υπάρξει είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "exist" σε Ελληνικά.

exist verb γραμματική

to be; have existence; have being or reality [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπάρχω

    verb

    to be [..]

    Indeed, from a technical perspective digital film does not exist.

    Πράγματι, από τεχνικής απόψεως, δεν υπάρχει ψηφιακό φιλμ.

  • υφίσταμαι

    verb

    to be

    This law simply cannot be implemented properly. Europe should be ashamed as long as this law exists.

    Ευρώπη πρέπει να ντρέπεται όσο συνεχίζει να υφίσταται αυτός ο νόμος.

  • υπάρξει

    verb

    You say Nessie is an imaginary being, but I think she exists.

    Λες πως η Νέσι είναι πλάσμα της φαντασίας αλλά εγώ νομίζω πως υπάρχει.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • ζω
    • είμαι
    • συντηρούμαι
    • απαντώ
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " exist " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "exist" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνυπάρχω
  • αποκτώ υπόσταση · αρχίζω να υπάρχω · γεννιέμαι · δημιουργούμαι · εν τη γενέσει · επέρχομαι · προκύπτω
  • ανυπαρξία
  • κανονισμός της ΕΚ σχετικά με τις υπάρχουσες χημικές ουσίες
  • υπάρχω · υφίσταμαι
  • ισχύουσα νομοθεσία
  • υπαρκτός · υφιστάμενος
  • πραγματικός · υπάρχων · υπαρκτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "exist" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη