Μετάφραση του "existence" σε Ελληνικά

Οι ύπαρξη, υπόσταση, ζωή είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "existence" σε Ελληνικά.

existence noun γραμματική

The state of being, existing, or occurring. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ύπαρξη

    noun feminine

    the state of being, existing, or occurring [..]

    There are those who argue that the existence of nuclear weapons has helped to maintain peace.

    Υπάρχουν αυτοί που υποστηρίζουν πως η ύπαρξη πυρηνικών όπλων έχει συμβάλλει στη διατήρηση της ειρήνης.

  • υπόσταση

    noun

    Therefore it has its own legal existence which is distinct from that of its members.

    Επομένως, διαθέτει ίδια νομική υπόσταση ανεξάρτητη από αυτή των εταίρων.

  • ζωή

    noun feminine

    Stay in the same school district your entire existence.

    Που έμεινες στην ίδια περιοχή για όλη σου τη σχολική ζωή.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • σύμπαν
    • κόσμος
    • μακρόκοσμος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " existence " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Existence
+ Προσθήκη

"Existence" στο λεξικό Αγγλικά - Ελληνικά

Αυτήν τη στιγμή δεν έχουμε μεταφράσεις για το Existence στο λεξικό, ίσως μπορείτε να προσθέσετε μία; Βεβαιωθείτε ότι έχετε ελέγξει την αυτόματη μετάφραση, τη μεταφραστική μνήμη ή τις έμμεσες μεταφράσεις.

Φράσεις παρόμοιες με "existence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • συνυπάρχω
  • αποκτώ υπόσταση · αρχίζω να υπάρχω · γεννιέμαι · δημιουργούμαι · εν τη γενέσει · επέρχομαι · προκύπτω
  • ανυπαρξία
  • κανονισμός της ΕΚ σχετικά με τις υπάρχουσες χημικές ουσίες
  • υπάρχω · υφίσταμαι
  • ισχύουσα νομοθεσία
  • υπαρκτός · υφιστάμενος
  • πραγματικός · υπάρχων · υπαρκτός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "existence" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη